Αχ αυτή η πατρίδα. Ποιοι μακέλεψαν τη νιότη της; Ποιοι ανοσιούργησαν στη ψυχή της; Αχ αυτή η πατρίδα. Σκορπισμένη είναι παντού, σε ωκεανούς και ουρανούς άλλους, μακριά από τα χώματά της. Μα ζει και προκόβει, υπάρχει λυπημένη.
Πέταξα μακριά και την είδα να ζητιανεύει τις θύμισες, τα δάκρυά της ποια δεν συγκινούν κανέναν, ρακοσυλλέκτης ιδεών κατάντησε.
Εξόριστη είναι, αλλά δεν ρίζωσε αλλού, μα υψώνει το βλέμμα της, ικεσίες κάνει για τα παιδιά της που πλανεύονται από τη χαμέρπεια της δόξας, την προβοκάρουν και την ωθούν να νιώσει άλλη, από αυτό που είναι, πατρίδα σε χώματα ιερά, σε πνεύμα φωτεινό, ανδρείας μετερίζι, της τραγωδίας γέννημα και του θεού κονάκι.
Αχ αυτή πατρίδα, στοίχειωσε γιατί παιδιά δεν έχει και κατηγόριες μεγάλες δέχεται, απ’ τους μνηστήρες της, όρνια που επιθυμούν τη σάρκα της. Το πνεύμα της όμως είναι αθάνατο και άφατο για αυτούς, δεν μπορούν να την καταλάβουν, όσο και εάν προσπαθούν.
Αχ αυτή η πατρίδα που τη λησμόνησαν, τα γεννήματά της, που την απόδιωξαν όταν γονάτισε από τις μύριες προδοσίες. Αχ αυτή η πατρίδα.
Αχ αυτή η πατρίδα, δεν κιότεψε, στους αλγεινούς κατακτητές, στη μπόρα του θανάτου, στις προδοσίες δεν λύγισε και έζησε τρανή στους χρόνους, στις αλάνες, στα χαμόγελα της θυσίας, στεφάνωνε τα παιδιά της με τη θάλασσα και τον καθάριο ουρανό της.
Αχ αυτή η πατρίδα ματωβαμένη είναι, από τις καρδιές αυτών που θέλησαν να γίνουν, ουράνια κουστωδία της, ήχος ανήκουστος σε νοτερά βουνά κι’ ανήλιαγα λαγούμια, όπου φωλιάζουν οι ληστές κι’ οι εφιάλτες ζούνε.
Αχ αυτή η πατρίδα, πετράδι αναλλοίωτο που στραφταλίζει στα χρώματα του ήλιου, είναι, μια θάλασσα ελπίδας με χρυσοκέντητα νησιά και αγέρα δροσερό, αχ αυτή η πατρίδα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου