Genesis

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΚΕΨΕΙΣ

Αυτά που έχουν ειπωθεί είναι αλήθεια. Η απληστία είναι παιδί του φόβου για όλα και τα πάντα. Το να έχεις δεν είναι τίποτα εάν υπόκειται σε φθορά,  το να παίρνεις δεν είναι τίποτα εάν υπόκειται σε φθορά. Όλα είναι τίποτα και το τίποτα είναι σκιά.

Ψάξτε βαθιά μέσα σας και αναρωτηθείτε, τι έχω; Ψάξτε βαθιά μέσα σας και απορήστε τι είμαι; Μη συμβιβάζεστε με τίποτα λιγότερο από αυτές τις απαντήσεις. Αυτός που ρωτά θα μάθει και τότε δεν θα είναι του κόσμου ετούτου.

 

Σηκώστε βαθιά το βλέμμα και δείτε τι πραγματικά υπάρχει, δείτε που πραγματικά βρίσκεστε, ατενίστε το όλον και ταπεινωθείτε. Αναγνωρίστε το εαυτό σας και μην συμβιβάζεστε με τίποτα λιγότερο.

 

 

Αυτά που έχουν ειπωθεί είναι αλήθεια. Η αιωνιότητα είναι τώρα και πάντα, είναι εμείς, δεν είναι αλλού. Η αιωνιότητα κατακτιέται, χωρίς αμφιβολία, αλλά με πίστη και απλότητα, όχι με υπερηφάνεια και πόνο. Προσέξτε, γιατί ο πόνος είναι επιλογή και όχι αναπόφευκτος, είναι μέθοδος και όχι απαραίτητος. Προσπεράστε το φόβο γιατί δεν σας αξίζει ο πόνος, αδιαφορήστε, γιατί δεν σας αφορά, σας αγγίζει μόνο εάν τον αποδέχεστε. Νοιαστείτε για αυτούς που πονούν, για τους πλανημένους, για τους φοβισμένους.

 

Ό,τι επιθυμεί  η καρδιά το έχει τώρα και όχι αύριο, ότι τρέφει την πίστη είναι αιώνιο και όχι εφήμερο. Έχει ειπωθεί και είναι αλήθεια, το όλον είναι υπηρέτης σας και δεν υπάρχει χωρίς εσάς, εδώ και αλλού, στα ορατά και τα αόρατα. Έχετε αυτό που η καρδιά επιθυμεί και όχι αυτό που σκέφτεστε, έχετε αυτό που πιστεύετε και πράττετε και όχι αυτό που φαντάζεστε, όχι αυτό που αμφιβάλετε.

Ψυχή ρακοσυλλέκτης

Μαζεύω σκουπίδια, δικαιολογούμαι μόνος μου, χωρίς κανείς να με κοιτά στα μάτια γιατί τα δικά μου δεν βλέπουν. Μαζεύω ρημάδια και ράκη, από χαμόγελα, εμπιστοσύνη κι’ ανήκουστη αφοσίωση.

 

Ρακοσυλλέκτης είμαι από παλιές αγάπες που έχασα, από παλιά τραγούδια που ξέχασα από ποιήματα που στο στόμα δεν ανεβαίνουν.

 

Συλλέγω τις μνήμες μου από  παλιά και ξεχασμένα σπίτια, που ζήση και πόθο είχαν για τη ζωή, με λίγα ζούσαν και πλούτη αμύθητα έχτισαν στο πνεύμα μου. Τα ράκη τους ψάχνω τώρα, γιατί σκορπίστηκαν στον άνεμο της απαξίωσης, στη συνήθεια του τώρα, αυτής της εποχής.

 

Ρακοσυλλέκτης είμαι, με ράκη συντηρώ τη ψυχή μου γιατί το σώμα ευημερεί, κι’ αδιάφορο είναι.

 

Ψυχή ρακοσυλλέκτης ζητιάνα κι’ απόκληρη, βολοδέρνει σε σοκάκια σκοτεινά γιατί ντρέπεται για μένα, με αντικρίζει κλαίγοντας μα φωνή δεν έχει, η θέληση τη δυναστεύει

Οι υποψίες μιας λέξης

Όταν καταλαγιάζει ο κουρνιαχτός του πνεύματος και η κόπωση γίνεται χαρακιά στο πρόσωπο, σκεφτόμαστε τι νόημα έχουν οι λέξεις. Παραδινόμαστε στις ανούσιες ερμηνείες που κατακλύζουν το είναι μας για τα νοήματα, που οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν, για αυτά που οι λέξεις δεν γνωρίζουν δεν γνώρισαν και δεν θα μπορέσουν ποτέ να το κάνουν.

 

Ο εαυτός γνωρίζει και δεν εκφράζει, αλλά υποψιάζεται, με τις λέξεις που περιδιαβαίνουν στις σκέψεις και λέμε στοχάζεται. Στοχάζεται τις λέξεις και τα νοήματα που θα τις κάνουν να έχουν φρεσκάδα και ζωή, μα παραμένουν παρόλα αυτά ανεπίκαιρες όχι γιατί είναι παλιές μα γιατί δεν έχουν επάρκεια. Φαντάζομαι πως τα παιδιά του λόγου σήμερα, δεν μπορούν να κυοφορήσουν τη γνώση, ή μπορούν να την δίνουν με το σταγονόμετρο, βασανιστικά και με μεγάλο κόπο, που προϊδεάζει  πολιτισμό φτωχό κι’ αλγεινό συνάμα.

 

Κι’ όμως ο λόγος είναι αίδιος, λυσιτελής κι’ αδήριτος. Είναι το όπλο της καθημερινής αλήθειας, που περιμένει να αποτυπωθεί σε ότι μπορεί να τον αντέξει σαν την αλήθεια. Αδύναμος μοιάζει γιατί χάνεται στις φτωχογειτονιές της αμάθειας, βουλιάζει στις λεωφόρους της αισχροέπειας, περιστοιχίζεται απο αιθεροβάμονες και ακριτομυθίες που τον κάνουν να φαίνεται ανόητος, πολύπλοκος, πολλές φορές χαμένος.

 

Ο λόγος είναι ο δημιουργός,  απο την αρχή, ανέκαθεν και πάντα. Ο λόγος είναι εργαλείο τέχνης μαγικό, και μέντορας για εμάς. Περιγράφει τα απερίγραπτα, τα αληθινά και τα ανούσια, διατείνεται για το όλον και το παν, αλλά είναι και παραμένει σε αυτά μέσα και όχι έξω.

 

Οι υποψίες μιας λέξης είναι παρορμητικές, ελατές κι’ επάρατες. Βολοδέρνουν απο εδώ κι’ απο εκεί, δηλώνουν παρουσία και παραμένουν άφατες στο νόημα, στη πράξη. Οι υποψίες του νου είναι εικόνες που ζωντανεύουν στις λέξεις μέσα κι’ αποδιώχνουν την άγνοια, χτίζουν το αύριο και παραμένουν στο άπειρο.

 

Ο λόγος και οι λέξεις παρακινούν το πνεύμα στον κάματο της αλήθειας του εδώ και τώρα, γιατί η γλώσσα του σήμερα είναι η σωτηρία του αύριο, και ψεύτης είναι όποιος θέλει να λέει πως ο λόγος είναι μηδαμινός κι’  ασήμαντος.

 

Καταπίστευμα τεράστιο έχουμε, και με αυτό βαδίζουμε στην αχλή του χρόνου, μένοντας και φεύγοντας ατέρμονα κι’ απύθμενα, με το λόγο ταγό και φίλο περιδιαβαίνουμε στις γειτονιές του απείρου, στα μονοπάτια της τελείωσης.

Η στοιχειωμένη πατρίδα

Αχ αυτή η πατρίδα. Ποιοι μακέλεψαν τη νιότη της; Ποιοι ανοσιούργησαν στη ψυχή της; Αχ αυτή η πατρίδα. Σκορπισμένη είναι παντού, σε ωκεανούς και ουρανούς άλλους, μακριά από τα χώματά της. Μα ζει και προκόβει, υπάρχει λυπημένη.

 

Πέταξα μακριά και την είδα να ζητιανεύει τις θύμισες, τα δάκρυά της ποια δεν συγκινούν κανέναν, ρακοσυλλέκτης ιδεών κατάντησε.

 

Εξόριστη είναι, αλλά δεν ρίζωσε αλλού, μα υψώνει το βλέμμα της, ικεσίες κάνει για τα παιδιά της που πλανεύονται από τη χαμέρπεια της δόξας, την  προβοκάρουν και την ωθούν να νιώσει άλλη, από αυτό που είναι, πατρίδα σε χώματα ιερά, σε πνεύμα φωτεινό, ανδρείας μετερίζι, της τραγωδίας γέννημα και του θεού κονάκι.

 

Αχ αυτή πατρίδα, στοίχειωσε γιατί παιδιά δεν έχει και κατηγόριες μεγάλες δέχεται, απ’ τους μνηστήρες της, όρνια που επιθυμούν τη σάρκα της. Το πνεύμα της όμως είναι αθάνατο και άφατο για αυτούς, δεν μπορούν να την καταλάβουν, όσο και εάν προσπαθούν.

 

Αχ αυτή η πατρίδα που τη λησμόνησαν, τα γεννήματά της, που την απόδιωξαν όταν γονάτισε από τις μύριες προδοσίες. Αχ αυτή η πατρίδα.

 

Αχ αυτή η πατρίδα, δεν κιότεψε, στους αλγεινούς κατακτητές, στη μπόρα του θανάτου, στις προδοσίες δεν λύγισε και έζησε τρανή στους χρόνους, στις αλάνες, στα χαμόγελα της θυσίας, στεφάνωνε τα παιδιά της με τη θάλασσα και τον καθάριο ουρανό της.

 

Αχ αυτή η πατρίδα ματωβαμένη είναι, από τις καρδιές αυτών που θέλησαν να γίνουν, ουράνια κουστωδία της, ήχος ανήκουστος σε νοτερά βουνά κι’ ανήλιαγα λαγούμια, όπου φωλιάζουν οι ληστές κι’ οι εφιάλτες  ζούνε.

 

Αχ αυτή η πατρίδα, πετράδι αναλλοίωτο που στραφταλίζει στα χρώματα του ήλιου, είναι, μια θάλασσα ελπίδας με χρυσοκέντητα νησιά και αγέρα δροσερό, αχ αυτή η πατρίδα.   

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Είναι αλήθεια ότι αυτά που βλέπουμε κι’ ακούμε κάθε μέρα μόνο α-λυσιτέλεια προσφέρουν. Όχι μόνο σε αυτούς που αναφέρονται, αλλά, κυρίως σε αυτούς που παρατηρούν και βλέπουν, που στοχάζονται στον καναπέ.

Είναι αλήθεια πως οι ακριτόμυθοι δεν παρακινούνται από κάποια ρηξικέλευθη παρόρμηση, αλλά μάλλον από την αισχροήθεια, ίσως και την αισχροέπεια. Αλλά τι σημασία έχει άραγε να διαπιστώνουμε το άγος της καθημερινότητας που χτίζεται, κυριολεκτικά από εμάς τους ίδιους, που τιμητές και κατήγοροι είμαστε, από τον καναπέ!!

Ποιος θα ήταν αυτός που είναι, εάν σε όμοιους του δεν μιλούσε, εάν οι όμοιοί του δεν τον άκουγαν; Που βρίσκεται όλη αυτή η βουή του αλγεινού λόγου, εκεί έξω ή μέσα μας; Που βρίσκουν έδαφος και φυτρώνουν οι επαρμένοι, οι μωρόσοφοι, οι δοκησίσοφοι; Ποιος τους κανακεύει και τους δίνει λόγο και βήμα;

Οι χαμερπείς του καναπέ, φυσικά. Αυτοί που θέλουν να γνωρίζουν, όχι από κάποια ανάγκη δικαίου και ήθους, όχι από κάτι τέτοιο, αλλά από την ανάγκη για επιβεβαίωση της κάλλιστης απάθειάς τους, που τους κρατά μακριά από τις κακοτοπιές της συμμετοχής.

Αποκαλύπτουν την αδυναμία τους να γνωρίζουν και διψασμένοι ζητούν ρουφιάνους και δοσίλογους που υπηρετούν την ωφέλεια της δίψας μας, έτοιμοι τους λίθους να πετάξουμε είμαστε. Και κάποιοι άλλοι βυθίζονται στην ευμάρεια της συκοφαντίας που ποτέ δεν στέρησε από τους συκοφάντες την ωφέλεια της εξουσίας.

Όταν στηθούν τα νέα κρεματόρια στις πλατείες, θα είναι αργά για τους επαρμένους, για τους καιροσκόπους, θα είναι αργά για όλους, δικαίους και αδίκους. Έτσι γίνεται, ανέκαθεν, όχι όμως και τώρα, γιατί τώρα ότι σαρώσει ο πανάρχαιος τυφώνας του εξαγνισμού, δεν θα του δώσει άλλη μία ευκαιρία.

Αυτή είναι σήμερα, η μοναδική αποκάλυψη.